Και κοιτάζει ξανά και ξανά έξω από το παράθυρο, μα δε βλέπει ποτέ κανέναν. Του αρέσει να κάθεται και να ακούει τα βήματα να πάνε και να έρχονται και να νιώθει τους ανθρώπους να ταξιδεύουν. Αν και ποτέ δε μιλούσε γι’ αυτό, πάντα περίμενε να ακούσει δυο παπούτσια να ανεβαίνουν τις σκάλες και δυο χέρια να τον αγκαλιάσουν και να πουν: στο ‘χα πει πως θα έρθω μια μερα”
“Να βάλω καφέ;” και ταρακούνησε το κεφάλι του για να συνέλθει.
Γιατί κάθε μέρα προσπαθούσε να θάψει τις αναμνήσεις που τον ρήμαζαν και να κάψει τις σκέψεις που έκανε.