Η αναμονή

Και κοιτάζει ξανά και ξανά έξω από το παράθυρο, μα δε βλέπει ποτέ κανέναν. Του αρέσει να κάθεται και να ακούει τα βήματα να πάνε και να έρχονται και να νιώθει τους ανθρώπους να ταξιδεύουν. Αν και ποτέ δε μιλούσε γι’ αυτό, πάντα περίμενε να ακούσει δυο παπούτσια να ανεβαίνουν τις σκάλες και δυο χέρια να τον αγκαλιάσουν και να πουν: στο ‘χα πει πως θα έρθω μια μερα”
“Να βάλω καφέ;” και ταρακούνησε το κεφάλι του για να συνέλθει.
Γιατί κάθε μέρα προσπαθούσε να θάψει τις αναμνήσεις που τον ρήμαζαν και να κάψει τις σκέψεις που έκανε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Create a website or blog at WordPress.com

Up ↑

%d bloggers like this: